Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
Dámaso Alonso Γυναίκα με το κανάτι
MUJER CON ALCUZA
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΝΑΤΙ
Που πάει εκείνη η γυναίκα
έρποντας στο πεζοδρόμιο,
τώρα που σχεδόν νυχτώνει,
με το κανάτι στο χέρι;
Πλησιάστε δεν μας βλέπει.
Τώρα δεν ξέρω ποιο είναι ποιο γκρι
Το κρύο ατσάλι των ματιών της
Το ξεπλυμένο γκρι από εκείνο το σάλι
Που με αυτό τυλίγει το λαιμό και το κεφάλι
ή το έρημο τοπίο της ψυχής της.
Αργά περπάτα, σέρνοντας τα πόδια,
φθείροντας τις σόλες, λειαίνοντας την πέτρα
αλλά πλακωμένη
από ένα τρόμο
σκοτεινό,
από μια θέληση
να αποφύγει κάτι τρομερό.
Ναι, είμαστε μπερδεμένοι!
Αυτή η γυναίκα δεν προχωρά από το πεζοδρόμιο
αυτής της πόλης,
αυτή η γυναίκα πάει σε ένα τόπο τραχύ,
ανάμεσα σε τάφρους ανοιχτές, τάφρους αρχαίες, τάφρους πρόσφατες
και θλιμμένες κορυφογραμμές,
ανθρώπινης διάστασης, από γη ανακινημένη,
από γη
που τώρα δεν χωρεί στην τρύπα από όπου βγήκε
ανάμεσα σε αβυσσαλέα σκοτεινά πηγάδια
και θολά ξαφνικά χάσματα,
γεμάτες από λάσπη και νερά βαλτώδη και κουρελιασμένα σαβάνα
με το χρώμα της απελπισίας.
Ω ναι, την γνωρίζω.
Αυτή τη γυναίκα εγώ την γνωρίζω: ήρθε με ένα τρένο,
με ένα τρένο πολύ μεγάλο
ταξιδέψε πολλές μέρες
και πολλές νύχτες
κάποιες φορές χιόνιζε και έκανε πολύ κρύο
άλλες φορές έλαμπε ο ήλιος και ο άνεμος στριφογύριζε
τους μικρούς θάμνους
στους κάμπους όπου ασταμάτητα σκάνε παράξενα
ροδοκόκκινα λουλούδια.
Και αυτή ταξίδεψε και ταξίδεψε
ζαλισμένη από το θόρυβο της συζήτησης,
από το τράνταγμα των τροχών
και από το καπνό, από τη μυρωδιά της παλιάς νικοτίνης.
Ω, νύχτες και μέρες
μέρες και νύχτες,
νύχτες και μέρες,
μέρες και νύχτες,
και πολλές, πολλές μέρες
και πολλές, πολλές νύχτες.
Αλλά το φριχτό τρένο πήγαινε σταματώντας
Σε τόσους διαφορετικούς σταθμούς,
που αυτή δεν γνωρίζει με ακρίβεια ούτε πώς λέγονταν
ούτε τα μέρη
ούτε τις εποχές.
Αυτή
θυμάται μόνο (τους σταθμούς)
πως σε όλους έκανε κρύο,
πως σε όλους ήταν σκοτεινά,
και πως φεύγοντας, στο ξεκίνημα του τρένου,
καταλάβαινε πάντα
πόσο κτηνώδες είναι το χτύπημα της απόλυτης αδικίας,
ένιωθε πάντα
μια θλίψη που ήταν όπως μια τερατώδης σαρανταποδαρούσα
που κρέμονταν από το μάγουλο,
έτσι το ίδιο όπως απομακρύνεται το τρένο, ξεριζωνόταν η ψυχή
έτσι το ίδιο όπως απομακρύνεται το τρένο, ξεριζώνονταν
αμέτρητες λευκές μαργαρίτες σαν την παιδική της
χαρά στη γιορτή του χωριού,
έτσι το ίδιο ξεριζώνονταν οι γαλάζιες μέρες,
η απόλαυση να αγαπά το Θεό και εκείνη
η θέληση των λεπτών σε ακολουθία που
ονομάζουμε: να ζω.
Αλλά οι πένθιμοι σταθμοί απομακρύνονταν
Και εκείνη ξεπρόβαλλε φρενήρης στα παράθυρα,
ουρλιάζοντας και στριφογυρίζοντας
μόνο
για να δει να απομακρύνεται στην ατελείωτη πεδιάδα
αυτό, ένας μοναχικός σταθμός,
ένας τόπος
σημαδεμένος στις τρεις διαστάσεις του μεγάλου
κοσμικού κενού
από ένα σταυρό κάτω από τα αστέρια.
Και τελικά κοιμήθηκε,
Ναι, κοιμήθηκε στη σκιά,
νανουρισμένη από ένα φόντο μακρινών συζητήσεων,
από πνιγμένα ουρλιαχτά και από χαμογέλα δανεικά,
όπως τα πλήθη που μιλούσαν δια μέσω καλοπλεγμένων κουβερτών,
μόνο σχισμές στιγμιαίων γεγονότων
κλάματα μωρών που ξυπνάνε βρεγμένα αργά τη νύχτα,
ή κοφτές τσιρίδες νεαρών που μέσα στα τούνελ
τους χτυπούν τα οπίσθια,
…ακόμη ζαλισμένη από την μυρωδιά του καπνού.
Και ταξίδεψε νύχτες και μέρες,
Ναι, πολλές μέρες,
και πολλές νύχτες.
Πάντα σταματώντας σε διαφορετικούς σταθμούς
πάντα με μια θολή ναυτία να την ταπεινώνει
αυτή επίσης
να την κρατεί αυτή επίσης,
αχ
για πάντα φεύγει εκ νέου με την ψυχή φθαρμένη,
για πάντα λαγοκοιμάται εκ νέου σε σχέδια ανέφικτα.
Δεν ήξερε πως.
Το όνειρο της ήταν κάθε φορά πιο βαθύ,
Πήγαινε σταματώντας
Σχεδόν είχαν σταματήσει επιτέλους οι θόρυβοι γύρω της
μόνο καμιά φορά ένα γέλιο όπως ένα στιλέτο που
λάμπει στιγμιαία στις σκιές,
κάποια κραυγή όπως ένα λεμόνι ξινό
που κάνει κίτρινη μια στιγμή τη νύχτα.
Και έπειτα τίποτα.
Μόνο η ταχύτητα,
Μόνο η φασαρία από ξύλα και σίδερο
του τρένου,
μόνο ο θόρυβος του τρένου.
Και αυτή η γυναίκα ξύπνησε τη νύχτα,
και ήταν μόνη,
και κοίταξε γύρω της,
και ήταν μόνη
και ξεκίνησε να τρέχει στους διαδρόμους του τρένου
από το ένα βαγόνι στο άλλο,
και ήταν μόνη,
και έψαξε τον ελεγκτή, τα γκαρσόνια του τρένου,
ή κάποιον υπάλληλο,
ή κάποιο ζητιάνο που ταξίδευε κρυμμένος
κάτω από ένα κάθισμα,
και ήταν μόνη
και ούρλιαξε στο σκοτάδι,
και ήταν μόνη
και ρώτησε στο σκοτάδι,
και ήταν μόνη
και ρώτησε
ποιός οδηγούσε,
ποιός κινούσε εκείνο το φριχτό τρένο.
Και δεν της απάντησε κανένας,
γιατί ήταν μόνη,
γιατί ήταν μόνη.
Και συνέχισε μέρες και μέρες,
Τρελή, φρενήρης
Μέσα στο τεράστιο άδειο τρένο,
Όπου δεν πάει κανένας,
Που δεν το οδηγεί κάνεις.
Και εκείνο είναι το τρομερό,
Η βλακώδης δύναμη δίχως μάτια,
Που τώρα κάνει εκείνη τη γυναίκα
να προχωρεί και να προχωρεί στο πεζοδρόμιο
φθείροντας τη σόλα των παλιών της παπουτσιών
φθείροντας τα μάρμαρα,
ανάμεσα σε τάφρους ανοιχτούς από τη μια πλευρά και την άλλη,
ανάμεσα σε κορυφογραμμές γης,
με απόσταση δυο μέτρων
με εκείνο το ακριβές μέγεθος
της δικής μας απαλότητας από ανθρώπινα κορμιά.
Αχ, γι΄αυτό εκείνη η γυναίκα προχωρά
(στο χέρι, όπως τα χαρακτηριστικά από μια ηρωίδα, το κανάτι της)
ανοίγοντας με αγάπη τον αέρα, ανοίγοντας τον
με εξαίσια λεπτότητα,
όπως αν περπατούσε οργώνοντας τον αγρό σε σπορά
ναι, σαν να όργωνε μια θάλασσα από σταυρούς ή ένα δάσος
από σταυρούς, ή ένα νεφέλωμα από σταυρούς,
από κοντινούς σταυρούς,
από σταυρούς μακρινούς.
Εκείνη,
σε αυτό το λυκόφως που κάθε φορά σκοτεινιάζει περισσότερο,
και γέρνει,
πάει λυγισμένη όπως ένα ερωτηματικό,
με τη ραχοκοκαλιά κυρτωμένη
πάνω στο πάτωμα.
Είναι επειδή προβάλλεται στο σημάδι του δικού της ξύλινου κορμιού
όπως αν προβάλλονταν από το παράθυρο ενός τρένου
για να δει να απομακρύνεται ο ανώνυμος σταθμός
που σε αυτόν όφειλε να μείνει;
Είναι επειδή τη βαραίνουν, είναι επειδή της κρέμονται
στο μυαλό οι αναμνήσεις της γης σε αποσύνθεση
και την πιέζουν τεντωμένες κεραίες αόρατες
μέσα από τους διάσπαρτους τάφους τους;
Ή είναι επειδή όπως εκείνες οι αμυγδαλιές
που το καλοκαίρι ήταν υπερβολικά φορτωμένες από καρπούς,
διατηρεί ακόμα το χειμώνα το τρυφερό ελάττωμα,
φυλάει ακόμη το γλυκό κλαδί
από το φορτίο και από την παρέα
στα θλιμμένα της γυμνά κλαδιά, όπου τώρα
ούτε που κουρνιάζουν τα πουλιά;
Μετάφραση:Αμαλία, Ελευθερία, Κατερίνα, Νίκος.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου